- ξεγράφω
- ξέγραψα, ξεγράφτηκα, ξεγραμμένος1. διαγράφω κάτι γραμμένο, σβήνω: Ό,τι γράφει δεν ξεγράφει (παροιμ.).2. δεν υπολογίζω, αγνοώ κάποιον: Τον ξέγραψα από φίλο.3. μτφ., ξεχνώ, λησμονώ: Ξέγραψε τα όσα ήξερες.4. θεωρώ κάποιον καταδικασμένο σε θάνατο από αρρώστια: Οι γιατροί τον ξέγραψαν, αλλά σώθηκε τελικά.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.